Ο μεγάλος Αριστοτέλης, λέει στα Πολιτικά του: η καλλίτερη πολιτεία είναι η γεωργική, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι ζουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία "βέλτιστος γάρ δήμος ο γεωργικός εστιν, όπου ζει το πλήθος από γεωργίας ή νομής" . Και καταλήγουμε με μία διάσημη φράση, και πάλιν του Αριστοτέλους, η οποία θα έπρεπε να υπάρχει ως προμετωπίδα σε όλες τις ανώτατες και ανώτερες γεωπονικές ή γεωργικές σχολές τις Χώρας: "Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί."

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Η ΑΝΘΟΚΟΜΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΓΛΑΔΙΟΛΟΥ (Gladiolus grandiflorus)



Εισαγωγή

Ο γλαδίολος ή ξίφιο είναι ενδημικό φυτό της Ν. Αφρικής καθώς επίσης και των περιοχών της Μεσογείου. Τα αφρικανικά είδη είναι διπλοειδή ενώ τα μεσογειακά πολυπλοειδή.  Οι σημερινές ποικιλίες προέρχονται από συνεχείς βελτιώσεις της αρχικής διασταύρωσης μεταξύ των ειδών Gladiolus netalensis και Gladiolus oppositiflorus που έγινε στο Βέλγιο το 1837 από τον Bedinhaus. Από τα μέσα του δεύτερου ήμισυ του 19ου αιώνα άρχισε ο συστηματικός υβριδισμός του γλαδίολου με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αρμός νέων ποικιλιών.
Ανήκει στην οικογένεια Iridaceae, στην κατηγορία των βολβωδών φυτών.
Ο βολβός (ψευδοβολβός) του γλαδίολου, που ονομάζεται «κορμός», είναι μεταμορφωμένος (συμπιεσμένος) βλαστός με γόνατα, μεσογονάτια διαστήματα, οφθαλμούς και μεμβρανώδη φύλλα. Τα φύλλα (χιτώνες), από 1-12 αλληλοκαλύπτονται στη βάση και σκεπάζουν ολόκληρο τον κορμό. Το χρώμα των φύλλων αυτών υποδηλώνει συνήθως την προέλευση των κορμών. Σκουρόχρωμα φύλλα δηλώνουν ότι προήλθε από κορμό που άνθισε σε προηγούμενη χρονιά ενώ ανοιχτόχρωμα φύλλα μαρτυρούν κορμό που προήλθε από ανάπτυξη «κορμιδίου» (μικρού κορμού).
Η διάμετρος του κορμού ποικίλει από 3-6 εκατοστά ή και περισσότερο.
Ο γλαδίολος είναι ποώδες φυτό με λογχοειδή φύλλα και άνθη σε ταξιανθία στάχυ στο άκρο ενός ισχυρού στελέχους. Ο αριθμός των ανθέων μπορεί να φθάσει μέχρι 30 εκατοστά ή και περισσότερο και εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ποικιλία. Επηρεάζεται επίσης σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του κορμού, τις συνθήκες διατήρησης τους, την εποχή φύτευσης και τις καλλιεργητικές φροντίδες.

Πολλαπλασιασμός

Παραγωγή κορμιδίων

Ο κορμός του γαλαδίολου όταν φυτευθεί στο έδαφος παράγει εκτός από το υπέργειο τμήμα, που είναι τα φύλλα και το ανθικό στέλεχος, έναν ακόμη κορμό στη βάση του. Ενώ ο παλιός (μητρικός) κορμός συρρικνούται, με την ανάπτυξη των φύλλων και της ταξιανθίας, ο νέος (θυγατρικός) κορμός αρχίζει να αυξάνει σε μέγεθος, κυρίως μετά την κοπή του ανθικού στελέχους, για να φθάσει τελικά περίπου το μέγεθος του μητρικού κορμού στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου.  Παράλληλα με τον νέο κορμό δημιουργείται ένας μεγάλος αριθμός (15-40) μικρών κορμιδίων μεταξύ του μητρικού και θυγατρικού κορμού. Είναι διαφόρων μεγεθών με διάμετρο 0,5-1,8 εκατοστά και αποτελούν συνηθισμένο πολλαπλασιαστικό υλικό ύστερα από επανακαλλιέργειες προκειμένου να αποκτήσουν το κατάλληλο μέγεθος.
Συνήθως τα μεγαλύτερης διαμέτρου κορμίδια φυτεύονται 1-2 χρονιές ενώ τα μικρότερα 2-3 συνεχόμενες χρονιές για να φθάσουν το επιθυμητό εμπορικό μέγεθος.
Επειδή οι μυκητολογικές ασθένειες, τα έντομα και οι νηματώδεις προκαλούν ανυπολόγιστες ζημιές, τα κορμίδια υπόκεινται σε μια ειδική μεταχείριση για την αντιμετώπιση τους. Έτσι επιδιώκεται η εξαγωγή τους από το έδαφος τους θερινούς μήνες ώστε να μπορούν να διατηρηθούν μετά για δύο μήνες σε θερμοκρασία 24-32ο C.
Κατόπιν μουσκεύουν επί δύο ημέρες σε χλιαρό νερό (32ο C) για να μαλακώσουν τα μεμβρανώδη φύλλα (χιτώνες) από τα οποία καλύπτονται.
Συλλέγονται και αχρηστεύονται όλα τα κορμίδια που επιπλέουν στο νερό, ενώ τα υπόλοιπα συσκευάζονται σε δικτυωτά σακιά για να εμβαπτισθούν αμέσως μετά για 30 λεπτά σε θερμό (53-55ο C) διάλυμα μυκητοκτόνου. Συνήθως χρησιμοποιείται συνδυασμός benomyl και captan σε ποσότητες 0,10-0,18 kgr αντίστοιχα σε 100 λίτρα νερού. Μετά την παρέλευση των 30 λεπτών μεταφέρονται σε κρύο τρεχούμενο νερό για 10 λεπτά. Ακολουθεί στέγνωμα των κορμιδίων με αέρα, που για διευκόλυνση τοποθετούνται σε λεπτά στρώματα σε αβαθή κιβώτια και κατόπιν αποθήκευση σε χώρους θερμοκρασίας 2-4ο C μέχρι και την φύτευση τους. Η διακοπή του λήθαργου επιτυγχάνεται σε διάστημα 2-4 μηνών. Πριν από την φύτευση τα κορμίδια διατηρούνται σε θερμοκρασία 24ο C περίπου για 1-3 εβδομάδες ή έως ότου υπάρξει ένδειξη ανάπτυξης των ριζών. Τοποθέτηση των κορμιδίων σε νερό επί δύο ημέρες πριν από την φύτευση συμβάλλει στην ομοιόμορφη βλάστηση τους.
Η φύτευση των κορμιδίων γίνεται σε έδαφος απολυμασμένο με φυσικό (ηλιοαπολύμανση)  ή χημικό τρόπο.  Καλύτερα εδάφη θεωρούνται εκείνα που έχουν αρκετή περιεκτικότητα σε άμμο ώστε να στραγγίζουν επαρκώς αλλά και να διευκολύνουν την εργασία της εκρίζωσης των κορμιδίων. Το ευνοϊκό ρΗ κυμαίνεται από 5,8-6,5. Πριν από την φύτευση ενσωματώνονται τα κύρια λιπαντικά στοιχεία Ν άζωτο, Ρ φώσφορος και Κ κάλιο, σε ποσότητες ανά στρέμμα Ν:2,5-3,0 κιλά, Ρ:1,1-1,3 κιλά, και Κ: 2,2-2,5 κιλά.
Μετά την φύτευση εφαρμόζονται μηνιαίες λιπάνσεις σε όλο το διάστημα των 5-6 μηνών της καλλιέργειας για άριστη ανάπτυξη. Το έδαφος πρέπει να διατηρείται υγρό τις πρώτες ημέρες για καλύτερη βλάστηση, ενώ αργότερα περιορίζεται η υγρασία για άριστη ανάπτυξη.
Τα κορμίδια φυτεύονται σε γραμμές μέσα σε αυλάκια πλάτους 10-12 εκατοστά, που απέχουν 60-80 εκατοστά μεταξύ τους. Το βάθος της φύτευσης είναι 7-8 εκατοστά, περίπου. Μετά το σκέπασμα των κορμιδίων η επιφάνεια του εδάφους επανακτά την οριζόντια αρχική μορφή. Ο αριθμός των κορμιδίων που φυτεύονται ανέρχεται στα 110-120 ανά τρέχων μέτρο, ή 145.000-160.000 ανά στρέμμα. Δεδομένου ότι αντιστοιχούν 1.300-1.500 μεγάλα κορμίδια (πάνω από 1 εκατοστό διάμετρο) ανά κιλό βάρους, τότε απαιτούνται από το μέγεθος αυτό περίπου 90-120 κιλά ανά στρέμμα. Με την εκρίζωση συγκομίζονται 90 περίπου κορμίδια μεγέθους μεγαλύτερου από 1,3 εκατοστά, από κάθε μέτρο φύτευσης, στην περίπτωση που χρησιμοποιήθηκα μεγάλα κορμίδια. Κορμίδια με μέγεθος 1,3-2,5 εκατοστά, είναι εκείνα που φυτευόμενα για μια ακόμη χρονιά δίνουν τους κορμούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή εμπορεύσιμης ταξιανθίας γλαδίολου. Κορμίδια μικρότερα από 1,3 εκατοστά φυτεύονται για δύο συνεχείς χρονιές ώσπου να αποκτήσουν το μέγεθος του ανθίζοντα του κορμού.  

Παραγωγή κορμών

Χρησιμοποιούνται κορμίδια μεγέθους 1,3 – 2,5 εκατοστών. Υφίστανται την ίδια θεραπευτική μεταχείριση όπως τα μικρότερα κορμίδια με μόνη διαφορά ότι η θερμοκρασία του διαλύματος του μυκητοκτόνου είναι χαμηλότερη και κυμαίνεται στους 46ο C περίπου ενώ ο χρόνος εμβάπτισης τους σε αυτό περιορίζεται στα 15 λεπτά. Φυτεύονται σε βάθος 6-8 εκατοστών σε γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 60-80 εκατοστά. Τοποθετούνται 50-80 κορμίδια ανα μέτρο γραμμής ανάλογα με το μέγεθος τους. Οι απαιτήσεις σε υγρασία και λιπαντικά στοιχεία είναι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται στις μεταφυτεύσεις τ ων κορμιδίων. Θα πρέπει όμως η άρδευση να σταματήσει 2-3 εβδομάδες πριν από την συγκομιδή των κορμών έτσι ώστε να αποφευχθούν περιπτώσεις σήψης στο έδαφος και επί πλέον να διευκολυνθεί αργότερα ο καθαρισμός τους. Κατά την διάρκεια της καλλιέργειας αφαιρείται το ανθικό στέλεχος προκειμένου να αυξηθεί το μέγεθος του κορμού. Παραμένει μόνο όταν απαιτείται πιστοποίηση της ποικιλίας ή απομάκρυνση εκείνων των φυτών που προήλθαν από τυχαίες προσμίξεις των κορμών τους κατά την αποθήκευση. Στην περίπτωση αυτή παραμένει η ταξιανθία μέχρις ότου ανοίξει το πρώτο άνθος και κατόπιν κόβεται. Οι κορμοί μετά την συγκομιδή καθαρίζονται από το χώμα και κατόπιν εμβαπτίζονται το συντομότερο δυνατό σε διάλυμα μυκητοκτόνου για προληπτική θεραπεία.      
Συνήθως συγκομίζονται πάνω από 40.000 κορμοί μεγέθους μεγαλύτερου από 2,5 εκατοστά κατάλληλοι για παραγωγή ανθέων. Συγχρόνως όμως συγκομίζονται και κορμίδια με διάμετρο μικρότερη των 2,5 εκατοστών, που θα απαιτήσουν ένα ακόμη χρόνο επανακαλλιέργειας για να αποκτήσουν το κατάλληλο μέγεθος για κομμένα άνθη.
Κορμοί που συγκομίζονται το καλοκαίρι ευρίσκονται σε λήθαργο και χρειάζονται αποθήκευση σε θερμοκρασία 2-4ο C για 3-4 μήνες προκειμένου να επιτελεσθεί η διακοπή του. Είναι δυνατό  η διακοπή του λήθαργου να γίνει ακόμη και διάφορα σκευάσματα αιθυλενίου ή με συνδυασμό χαμηλών θερμοκρασιών και επέμβαση βενζυλαδενίνης. Πάντως ο λήθαργος των κορμών γλαδίολου βρέθηκε να είναι η ενδογενής ορμόνη αμπσισικό οξύ.     

Παραγωγή Ανθέων

Η καλύτερη παραγωγή ανθέων επιτυγχάνεται σε εδάφη βαθιά με επαρκή αερισμό και πολύ καλή στράγγιση. Τέτοια εδάφη είναι συνήθως τα αμμοπηλώδη. Αργιλώδη εδάφη πρέπει να αποφεύγονται γιατί ριζικό σύστημα του γλαδίολου δεν αντέχει σε υπερβολική υγρασία. Ευνοϊκότερο ρΗ είναι το 5,8-6,5. Αλκαλικά εδάφη εκτός τ ων άλλων επιδρούν δυσμενώς στο χρώμα των ανθέων. Επιβάλλεται απολύμανση του εδάφους.

Φύτευση

Το έδαφος κατεργάζεται έγκαιρα σε βάθος μέχρι 30 εκατοστά. Το πρώτο όργωμα γίνεται υποχρεωτικά φθινόπωρο ενώ τα υπόλοιπα (1-2) την άνοιξη. Το φρεζάρισμα γίνεται λίγο πριν την φύτευση. Η εποχή της φύτευσης εξαρτάται από τον προγραμματισμό της συγκομιδής. Η άνθηση πραγματοποιείται σε χρονικό διάστημα 11-18 εβδομάδων. Η διακύμανση αυτή έχει σχέση με την ποικιλία και την εποχή φύτευσης ( θερμοκρασία ηλιοφάνεια). Η πρώιμη φύτευση γίνεται σε θερμά και ηλιαζόμενα μέρη (ή στο θερμοκήπιο) τους Μήνες Δεκέμβριο – Ιανουάριο, χρησιμοποιώντας πρώιμες ποικιλίες. Μετά από΄15-18 εβδομάδες, δηλαδή Μάρτιο – Απρίλιο, παρατηρείται η άνθηση. Στην κανονική φύτευση που αρχίζει Φεβρουάριο και τελειώνει στα μέσα Ιουλίου, απαιτούνται 11-14 εβδομάδες μέχρι την άνθηση και χρησιμοποιούνται μεσοπρώιμες ποικιλίες. Η όψιμη γίνεται από τα μέσα Ιουλίου μέχρι το Νοέμβριο με όψιμές ποικιλίες και χρειάζονται 12-16 εβδομάδες μέχρι την άνθηση.
Οι αποστάσεις φύτευσης στη γραμμή και μεταξύ των γραμμών εξαρτώνται από την εποχή φύτευσης, το είδος της καλλιέργειας και τον τρόπο της άρδευσης. Σε πρώιμες και όψιμες φυτεύσεις, επειδή η ηλιοφάνεια είναι περιορισμένη τα φυτά του γλαδίολου πρέπει να είναι αραιότερα συγκριτικά με εκείνα τη κανονικής εποχής. Στα θερμοκήπια λόγω του ακριβού κόστους λειτουργίας οι αποστάσεις είναι μικρότερες από ότι στο ύπαιθρο όπου οι επιπλέον οι διάφορες καλλιεργητικές εργασίες γίνονται κατά το πλείστον με μηχανικά μέσα. Όταν η άρδευση γίνεται με καταιονισμό τότε οι φυτεύσεις γίνονται σε απλές γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 70-75 εκατοστά. Ανά τρέχων μέτρο γραμμής φυτεύονται 13-17 κορμοί. Σε περίπτωση που η άρδευση γίνεται με αυλάκια, οι κορμοί φυτεύονται σε διπλές γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 30-40 εκατοστά και αντιστοιχούν στα «σαμάρια» ενώ μεταξύ των διπλών γραμμών οι αποστάσεις είναι 60-70 εκατοστά και αντιστοιχούν στα αυλάκια. Στη φύτευση με «σαμάρια» και αυλάκια τοποθετούνται ανά τρέχων μέτρο γραμμής 8-12 κορμοί. Συνολικά απαιτούνται 17.000-22.000 κορμοί και στα δύο είδη φυτεύσεων.
Το βάθος φύτευσης εξαρτάται από το μέγεθος του κορμού, την αποχή φύτευσης και τη σύσταση του εδάφους. Κυμαίνεται από 12-18 εκατοστά. Οι μεγαλύτεροι κορμοί φυτεύονται βαθύτερα. Το βάθος είναι μικρότερο στα ελαφρά αμμοπηλώδη εδάφη ενώ είναι μεγαλύτερο στα βαθύτερα.  Στις πρώιμες φυτεύσεις το βάθος είναι μικρότερο σε αντίθεση με τις όψιμες που είναι μεγαλύτερο. Οι κορμοί τοποθετούνται με τον κώνο των φύλλων προς τα επάνω, ενώ σε περίπτωση που φυτευθούν ανάποδα καθυστερεί και πολλές φορές τα ανθικά στελέχη είναι κακοσχηματισμένα. Πριν από την φύτευση οι κορμοί απολυμαίνονται προληπτικά με επίπαση μυκητοκτόνου.

Λίπανση

Οι κορμοί του γλαδίολου παράγουν άνθη σε οποιοδήποτε κοινό έδαφος και αν φυτευθούν, χωρίς ιδιαίτερη λίπανση. Οι καλύτερες όμως ποιοτικά ταξιανθίες καθώς και οι μεγαλύτεροι κορμοί παράγονται σε εδάφη λιπαινόμενα κατάλληλα.
Οι απαιτήσεις σε λίπανση της καλλιέργειας του γλαδίολου διαφέρει με τις κλιματικές συνθήκες, την κατηγορία του εδάφους και την μέθοδο της άρδευσης.
Αμμώδη εδάφη χρειάζονται συχνότερες λιπάνσεις, ιδιαίτερα μάλιστα κατά την διάρκεια βροχερής εποχής. Η λίπανση επηρεάζει όχι μόνο την άνθηση της τρέχουσας χρονιάς αλλά διαμέσου του νέου κορμού που παράγεται επηρεάζει την άνθηση κα της επόμενης χρονιάς.
Το άζωτο βοηθάει στην καλή ανάπτυξη του φυλλώματος και της ταξιανθίας. Η έλλειψη αζώτου εκδηλώνεται με την εμφάνιση κιτρινοπράσινων φύλλων και περιορισμένο αριθμό ανθέων ανά ταξιανθία.  
Γενικά συγκομίζονται ολιγότερες ταξιανθίες ανά μονάδα επιφανείας. Ο φωσφόρος συμβάλλει εκτός από την ανάπτυξη καλού ριζικού συστήματος και στον σχηματισμό των ανθέων. Σκούρα πράσινα φύλλα προς την κορυφή του φυτού με ταυτόχρονη εμφάνιση πορφυράς απόχρωσης στα φύλλα προς την βάση είναι ένδειξη τροφοπενίας φωσφόρου. Τ ο κάλλιο δίνει αντοχή στο φύλλωμα και την ταξιανθία. Σε ελλείψεις καλίου τα παλιά φύλλα αρχίζουν να κιτρινίζουν ενώ τα νεαρά παρουσιάζουν μεσονεύριο κιτρίνισμα. Επιπλέον το μήκος της ταξιανθίας μικραίνει, αριθμός των ανθοφόρων οφθαλμών περιορίζεται και η άνθηση καθυστερεί.
Η έλλειψη ασβεστίου μπορεί να προκαλέσει σχισίματα στο στέλεχος της ταξιανθίας συνήθως κάτω από το δεύτερο ή τρίτο άνθος και σε σοβαρές περιπτώσεις ρίχνει τους ανθοφόρους οφθαλμούς ή προκαλεί σήψη τους. Η τροφοπενία μαγνησίου εκδηλώνεται με μεσονεύρια χλώρωση των παλιών φύλλων ενώ στην τροφοπενία σιδήρου η μεσονεύρια χλώρωση εμφανίζεται στα φύλλα. Σχίσιμο στο περιχείλισμα των φύλλων ή παραμόρφωση αυτών οφείλεται κυρίως σε τροφοπενίες βορίου. Στην ίδια τροφοπενία αποδίδεται και η τροφοπενία και η καχεκτική ανάπτυξη της ταξιανθίας.  Ξήρανση της άκρης των φύλλων ή της ταξιανθίας οφείλεται κυρίως σε τοξικότητα φθορίου αλλά και σε άλλες αιτίες όπως είναι κατακράτηση νερού στο έδαφος, χαλασμένο ριζικό σύστημα, πυκνή φύτευση, ή προσβολές από ασθένειες και νηματώδεις.
Οι ανάγκες σε λιπαντικά στοιχεία εξαρτώνται τόσο από το είδος του εδάφους όσο και από την λίπανση που εφαρμόσθηκε για την παραγωγή κορμών την προηγούμενη χρονιά. Αν η οργανική ουσία είναι περιορισμένη χρησιμοποιείται καλοχωνεμένη σε ποσότητα 2-4 τόννους ανά στρέμμα, αρκετό διάστημα πριν από την φύτευση. Γενικά μια γλαδιοκαλλιέργεια σε ελαφρά αμμώδη εδάφη θα πρέπει να έχει στην διάθεση της 7-12 κιλά αζώτου (τόσο αμμωνιακού όσο και νιτρικού), 7-15 κιλά φωσφόρου (P2O5), και 9-15 κιλά καλίου (Κ2Ο) στο στρέμμα. Τα στοιχεία ασβέστιο, μαγνήσιο, σίδηρος και Βόριο ενσωματώνονται στο έδαφος κατά την προετοιμασία του. Η λίπανση γίνεται συνήθως σε τέσσερις φάσεις.  Η πρώτη εφαρμογή γίνεται πριν από την φύτευση και ακολουθεί η δεύτερη που είναι επιφανειακή όταν έχουν εκπτυχθεί 2-3 φύλλα. Οι δύο άλλες που είναι επίσης επιφανειακές γίνονται κατά την εμφάνιση της ταξιανθίας και δυο εβδομάδες μετά την άνθηση. Η τελευταία λίπανση έχει σκοπό να βοηθήσει την ανάπτυξη των κορμών και κορμιδίων. Στις επιφανειακές λιπάνσεις το λίπασμα δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με τους κορμούς αλλά εκατέρωθεν αυτών γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να προκληθούν εγκαύματα. Για καλύτερα αποτελέσματα μετά την λίπανση ακολουθεί άρδευση. Οι κορμοί συγκομίζονται από το έδαφος 6-8 εβδομάδες μετά την κοπή των ταξιανθιών.

Άρδευση

Το νερό χρησιμοποιούμενο κατάλληλα είναι ίσως ο σπουδαιότερος παράγοντας στην παραγωγή καλής ποιότητας ανθέων γλαδίολου. Η λίπανση δεν επιδρά ευνοϊκά ανα στα φυτά δεν υπάρχει επάρκεια νερού.  Η άρδευση δεν είναι απαραίτητη για λίγο διάστημα μετά την φύτευση, γιατί τα νεαρά φυτά δεν προσροφούν πολύ νερό. Η ήδη υπάρχουσα εδαφική υγρασία είναι αρκετή στο στάδιο αυτό στο οποίο επιζητείται η επιφάνεια του εδάφους να είναι στεγνή ώστε να μην δημιουργείται επιφανειακό ριζικό σύστημα αλλά βαθύ που συμβάλλει στην παραγωγή μεγαλύτερων ανθικών στελεχών.  Η πρώτη άρδευση γίνεται όταν εμφανισθούν 2-3 φύλλα και από τη στιγμή αυτή επαναλαμβάνεται κάθε εβδομάδα. Για κάθε άρδευση χρειάζονται τουλάχιστον 30 χιλιοστά νερό. Όταν τα φυτά φθάσουν στο στάδιο  της εμφάνισης των ταξιανθιών οι αρδεύσεις αυξάνονται σε δύο την εβδομάδα. Συχνότερες αρδεύσεις με λιγότερο νερό βοηθάει την ανάπτυξη επιπόλαιου ριζικού συστήματος στην επιφάνεια του εδάφους πράγμα ανεπιθύμητο για την παραγωγή ανθέων γλαδίολου.
Για υπαίθρια καλλιέργεια εφαρμόζεται άρδευση σε αυλάκια που σχηματίσθηκαν ήδη με την γεωσώρευση των φυτών για υποστήριξη. Ο τρόπος αυτό αν και αδάπανος παρουσιάζει πολλά μειονεκτήματα. Κυρίως σπατάλη νερού, κακό αερισμό και δυσκολία των ανθέων από την δημιουργία λάσπης. Το μόνο πλεονέκτημα είναι το χαμηλό κόστος εφαρμογής της.
Η τεχνητή βροχή με εκτοξευτήρες πάνω από τα φυτά (υψηλός καταιονισμός) και λεπτή διασπορά εφαρμόζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα. Στην περίπτωση αυτή η άρδευση πρέπει να γίνεται μετά την κοπή των ανθέων, δηλαδή από τις 1 το πρωί και μέχρι τις 3 το απόγευμα. Η τεχνητή βροχή χρησιμοποιείται πολλές φορές και προστασία των φυτών από παγετό. Ο καταιονισμός αρχίζει όταν η θερμοκρασία πέσει στους 2ο C και σταματά όταν περάσει ο κίνδυνος.
Στα θερμοκήπια προτιμάται η μέθοδος του χαμηλού καταιονισμού. Καταλληλότερο σύστημα έχει αποδειχθεί αυτό της «στάγδην άρδευσης» με την οποία μπορεί να συνδυασθεί ταυτόχρονα και η λίπανση.

Υποστύλωση

Τα φυτά των υπαίθριων καλλιεργειών έχουν ανάγκη από υποστύλωση πολύ περισσότερο μάλιστα όταν καλλιεργούνται σε τοποθεσίες όπου πνέουν έστω και ελαφροί άνεμοι ή οι ποικιλίες χαρακτηρίζονται από βαρύ στέλεχος παραφορτωμένο με άνθη. Συνήθως χρησιμοποιούνται πάσσαλοι και σύρματα σε δύο σειρές εκατέρωθεν της γραμμής φύτευσης. Ένας πρακτικός και πολύ διαδεδομένος τρόπος είναι η υποστήριξη των φυτών με γεωσώρευση στη γραμμή φύτευσης. Σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες εκτός από τα σύρματα χρησιμοποιούνται πλαστικά δικτυωτά πλαίσια όπως στην καλλιέργεια γαρίφαλου.

Καταπολέμηση Ζιζανίων

Γίνεται με μηχανικά ή χημικά μέσα ή συνδυασμό  των δύο. Πρέπει το έδαφος να είναι απαλλαγμένο από τα ανεπιθύμητα αυτά φυτά γιατί δημιουργούνται προβλήματα ανταγωνισμού σε θρεπτικά στοιχεία και υγρασία. Τα σκαλίσματα δεν πρέπει να είναι πολύ βαθιά περίπου 5-6 εκατοστά για να μην τραυματιστούν τόσο οι κορμοί όσι και οι ρίζες τους.   
Η χημική καταπολέμηση των ζιζανίων είναι ουσιώδης φροντίδα στην γλαδιοκαλλιιέργεια. Για το σκοπό αυτό εφαρμόζονται προφυτρωτικά και μεταφυτρωτικά ζιζανιοκτόνα. Προσοχή πρέπει να δίνεται στη χρήση του ζιζανιοκτόνου τόσο από πλευράς καταλληλότητας όσο και από πλευράς χρόνου εφαρμογής και δοσολογίας. Επειδή τα περισσότερα ζιζανιοκτόνα είναι για ορισμένα είδη εδαφών και ζιζανίων πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες του κατασκευαστικού οίκου με παράλληλη δοκιμαστική χρήση σε περιορισμένη έκταση. Γενικά οι κορμοί και τα κορμίδια είναι πιο ευαίσθητα στα ζιζανιοκτόνα και θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ώστε να αποφεύγονται ζημιές.

Αμειψισπορά

Η συνεχής καλλιέργεια γλαδίολου στο ίδιο έδαφος εκτός του ότι εξαντλεί ορισμένα θρεπτικά στοιχεία περισσότερο από άλλα, δημιουργεί αναπόφευκτα προβλήματα ανάπτυξης μυκητολογικών ασθενειών και ζωικών παρασίτων που η αντιμετώπιση  τους παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες.
Η καλύτερη λύση στην περίπτωση αυτή είναι η διακοπή της καλλιέργειας γλαδίολου για μερικά χρόνια και η απόδοση του αγρού ή του θερμοκηπίου στην εκμετάλλευση άλλων φυτών. Στο διάστημα αυτό η ετήσια αλλαγή ξενιστών δημιουργεί δυσμενείς συνθήκες ανάπτυξης των παθογόνων μικροοργανισμών του γλαδίολου με αποτέλεσμα την εξαφάνιση  τους.
Η διάρκεια της αμειψισποράς είναι συνήθως 3-5 χρόνια Φυτά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην εναλλαγή των καλλιεργειών είναι το σιτάρι, το καλαμπόκι, η πατάτα, τα ετήσια ψυχανθή, διάφορα λαχανοκομικά (τομάτα, πιπεριά, αγγουράκι), καθώς και ανθοκομικά φυτά (τουλίπα, κρίνος, υάκινθος κ.α.). Είναι δυνατόν στο σύστημα αμειψισποράς να παρεμβληθούν και ποικιλίες γλαδίολου ανθεκτικές σε ορισμένες ασθένειες.

ΑΝΘΗΣΗ – ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Άνθηση

Η ημερομηνία της άνθησης εξαρτάται από την ποικιλία την εποχή φύτευσης, τις συνθήκες κάτω τις οποίες διατηρήθηκαν οι κορμοί το χειμώνα, το μέγεθος των κορμών, το βάθος φύτευσης και τις επικρατούσες συνθήκες κατά την καλλιεργητική περίοδο. Υπάρχουν πρώιμες, μεσοπρώιμες και όψιμες ποικιλίες. Οι ανοιξιάτικες και φθινοπωρινές καλλιέργειες χρειάζονται περισσότερες μέρες για να ανθίσουν συγκριτικά με τις καλοκαιρινές. Αν η αποθήκευση των κορμών έγινε στους 2ο C τότε ανθίζουν αργότερα από ότι αν η θερμοκρασία ήταν ψηλότερη. Οι μεγάλου μεγέθους κορμοί είναι πρωιμότεροι στην άνθηση κατά 3-4 ημέρες από τους μεσαίου μεγέθους και κατά 10-12 ημέρες από τους μικρούς κορμούς. Κορμοί φυτευόμενοι βαθύτερα από άλλους του ίδιου μεγέθους καθυστερούν στην άνθηση τους για μερικές ημέρες.
Η καταβολή του ανθικού στελέχους εμφανίζεται με την έκπτυξη του έκτου φύλλου στο φυτό. Ένα μήνα περίπου μετά τον σχηματισμό της ανθικής καταβολής αρχίζουν να εμφανίζονται ι καταβολές  των ανθοφόρων οφθαλμών που διογκώνονται μέσα σε 7-10 ημέρες, πάντοτε από κάτω προς τα επάνω. Αυτό σημαίνει πως τα πρώτα άνθη που εμφανίζονται στην ταξιανθία είναι τα κάτω με ρυθμό 1-3 φύλλα την ημέρα ανάλογα με την ποικιλία.

Συγκομιδή

Το στάδιο στο οποίο πρέπει να κόβονται τα στελέχη του γλαδίολου ποικίλει με την ποικιλία, την απόσταση της αγοράς και τις επικρατούσες συνθήκες θερμοκρασίας. Ορισμένες ποικιλίες ανοίγουν τα άνθη τους σε εντονότερο ρυθμό από  ότι άλλες. Συνήθως το κόψιμο γίνεται όταν τα δύο άνθη της βάσης έχουν ανοίξει. Τα υπόλοιπα άνθη ανοίγουν στο ανθοδοχείο σε διάστημα 10-14 ημερών. Μαζί με το στέλεχος της ταξιανθίας κόβονται και 2-3 φύλλα ενώ τα υπόλοιπα αφήνονται στο φυτό για την ανάπτυξη του νέου κορμού και των κορμιδίων. Αν η απόσταση της αγοράς είναι μεγάλη και πρόκειται οι γλαδίολοι να ταξιδεύουν για μερικές ημέρες τότε κόβονται όταν τα πέταλα στα 3-4 άνθη της βάσης δείχνουν το χρώμα τους χωρίς να έχουν ανοίξει. Το ίδιο ακολουθείται όταν επικρατεί θερμός καιρός ενώ σε βροχερές ημέρες μπορούν να κοπούν και λίγο αργότερα, όταν 5-6 άνθη της βάσης δείχνουν το χρώμα τους.
Μετά το κόψιμο τα στελέχη μεταφέρονται σε σκιερό μέρος. Μέχρι να ταξινομηθούν και να συσκευασθούν υφίστανται μια ιδιαίτερη μεταχείριση που από μερικούς αμφισβητείται. Τα στελέχη τοποθετούνται σε δροσερό μέρος, με την βάση μέσα τους μέσα σε δοχεία με νερό ή διάλυμα συντηρητικού. Με την εμβάπτιση αυτή αποκτούν την σπαργή που έχασαν. Άλλοι συνιστούν να δένονται σε δέσμες και μετά να τοποθετούνται σε δροσερό μέρος, είτε σε δοχεία με νερό είτε όχι. Από έρευνες που έγιναν αποδείχθηκε πως δεν είναι απαραίτητο τα άνθη να εμβαπτίζονται σε νερό πριν από την μεταφορά τους στην αγορά. Άνθη γλαδίολου που κρατήθηκαν για 2-3 ημέρες χωρίς εμβάπτιση σε νερό από την ημέρα της κοπής τους άνοιξαν και διατηρήθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο και βαθμό όπως και εκείνα σε νερό. Επιπλέον επειδή το βάρος τους είναι μικρότερο είχαν μικρότερο κόστος μεταφοράς. Το τελευταίο είναι σπουδαίο όταν πρόκειται να μεταφερθούν αεροπορικώς. Για τις ελληνικές συνθήκες με τις μικρές αποστάσεις και την εγχώρια κατανάλωση συνιστάται η εμβάπτιση σε νερό.

Ταξινόμηση

Τα κομμένα στελέχη του γλαδίολου πριν σταλούν στην αγορά ταξινομούνται σε διάφορες κατηγορίες. Υπάρχουν διάφορα συστήματα ταξινόμησης, όλα όμως χρησιμοποιούν τα ίδια κριτήρια με μικροδιαφορές στα αριθμητικά μεγέθη. Τα κριτήρια στα οποία βασίζονται είναι η ποιότητα, το μήκος του στελέχους, και ο αριθμός των ανθέων της ταξιανθίας.

Συσκευασία – Συντήρηση

Μετά την ταξινόμηση σε κατηγορίες ακολουθεί η δεματοποίηση. Κάθε δέσμη αποτελείται από 10 στελέχη της ίδιας κατηγορίας που δένονται με ράφια ή πλαστική ταινία. Πρέπει να αποφεύγεται ο σπάγκος γιατί τραυματίζει πολλές φορές τα στελέχη. Τελευταία συνηθίζεται να τυλίγονται με κυματοειδές χαρτί και μετά να δένονται. Κατόπιν διατηρούνται οι δέσμες όρθιες σε κρύο περιβάλλον (4-6ο C) ως την συσκευασία τους. Αρκετοί ανθοπαραγωγοί τοποθετούν τις δέσμες των γλαδίολων σε διάλυμα συντηρητικού. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν πως απορρόφηση σακχαρόζης από τα στελέχη πριν από την συντήρηση τους για μια εβδομάδα, είχε σαν αποτέλεσμα καλύτερο άνοιγμα των ανθέων της ταξιανθίας. Όταν πρόκειται οι γλαδίολοι να ταξιδέψουν μακριά τοποθετούνται 15-24 δέσμες μαζί χωρίς νερό σε μεγάλα καλάθια ή διάτρητα χαρτοκιβώτια. Τα συσκευασμένα αυτά άνθη πρέπει να διατηρούνται σε θερμοκρασία 4-5ο C και σε όρθια θέση. Σε αρκετές ποικιλίες τα άνθη  τους δεν ανοίγουν όταν η θερμοκρασία κατέβει κάτω από το όριο αυτό. Η όρθια θέση ενδείκνυται για να αποφευχθεί η κάμψη των άκρων τ ων στελεχών λόγω αρνητικού γεωτροπισμού.

Φροντίδα κορμών

Μετά την συγκομιδή των ανθέων του γλαδίολου οι κορμοί παραμένουν στο έδαφος μέχρι να ωριμάσουν. Η ωρίμανση αυτή μπορεί να διαρκέσει από 4-10 εβδομάδες μετά την κοπή  των ανθέων. Μετά την συγκομιδή των ανθέων του γλαδίολου οι κορμοί παραμένουν στο έδαφος μέχρι να ωριμάσουν. Η ωρίμανση αυτή μπορεί να διαρκέσει από 4-10 εβδομάδες μετά την κοπή των ανθέων. Όταν οι κλιματικές συνθήκες της περιοχής είναι ξηρές και θερμές η άρδευση θα πρέπει να συνεχίζεται στο διάστημα αυτό της ωρίμανσης των κορμών. Περίπου 2-3 εβδομάδες μετά την εκρίζωση των κορμών από το έδαφος καθαρίζονται από το χώμα και ξεχωρίζονται από το συρρικνωμένο μητρικό κορμό και τα κορμίδια. Ακολουθεί ταξινόμηση στα διάφορα μεγέθη και υφίστανται κατόπιν την ειδική μεταχείριση που προαναφέρθηκε για προστασία από εχθρούς και ασθένειες και διακοπή του λήθαργου τους.

ΕΧΘΡΟΙ

Από τους σπουδαιότερους εχθρούς είναι οι αφίδες οι θρίπες, οι τετράνυχοι και οι νηματώδεις.

  1. Αφίδες

Διάφορα είδη αφίδων (Myzus persicae, Macrosiphum solonifoli, Rhopalosiphum subterraneum) προσβάλλουν το γλαδίολο. Προκαλούν ζημιές με την ταξινόμηση χυμών από τη νέα βλάστηση και τη βάση τ ων ανθοφόρων οφθαλμών. Οι προσβολές τους έχουν σαν συνέπεια γενικά τον περιορισμό της ευρωστίας των φυτών και ειδικότερα το κατσάρωμα των φύλλων και την παραμόρφωση των ανθέων. Επιπλέον μεταφέρουν ιούς οι οποίοι συντελούν στην μείωση της παραγωγής. Οι αφίδες καταπολεμούνται επιτυχώς είτε με χημικά είτε με βιολογικά μέσα.

  1. Θρίπες

 Υπάρχουν πολλά είδη, εκείνοι που προκαλούν σημαντικές ζημιές είναι ο Taeniothrips simplex, ή Taeniothrips gladiofoli και τα διάφορα είδη του γένους Frankliniella. Προσβάλλουν φύλλα άνθη και κορμούς. Προξενούν αργυρόχρωμες κηλίδες στη βάση των φύλλων ενώ οι κολεοί τους χρωματίζονται καστανοί. Στα άνθη προκαλούν λευκές κηλίδες ή ραβδώσεις. Τέτοια άνθη δεν ανοίγουν κανονικά ή και αν ανοίξουν είναι καλοσχηματισμένα. Οι θρίπες δεν είναι εύκολα ορατοί γιατί κρύβονται ανάμεσα στα φύλλα και τα σέπαλα των ανθέων. Η παρουσία τους γίνεται αντιληπτή από τις πρώτες προσβολές. Συνήθως με συννεφιασμένο καιρό κάνουν την εμφάνιση τους στα σέπαλα των ανθέων. Συνιστάται προληπτική καταπολέμηση με κατάλληλα εντομοκτόνα πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων η σε συνδυασμό με κατάλληλα ζιζανιοκτόνα για την καταπολέμηση των ζιζανίων.

  1. Τετράνυχοι

Δεν αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για την γλαδιοκαλλιέργεια. Από τα πιο συνηθισμένα είδη είναι τα Tetranychus bimaculatus και Tetranychus urticae. Προκαλούν κιτρίνισμα στα φύλλα που τελικά μαραίνονται. Ευννοείται η εξάπλωση  τους με ξηρό και θερμό καιρό. Καταπολεμούνται με κατάλληλα ακαρεοκτόνα ή με βιολογικό τρόπο.

  1. Νηματώδεις

Ανήκουν κυρίως στο γένος Meloidogyne. Βρίσκονται στο έδαφος στις ρίζες του γλαδίολου. Προκαλούν ζημιές τόσο άμεσα με την απομύζηση των ριζών όσο και έμμεσα μα τις πληγές που προξενούν από τις οποίες εισέρχονται βακτήρια και μύκητες. Αποτέλεσμα των προσβολών είναι το κιτρίνισμα των φύλλων και η καχεκτική ανάπτυξη των φυτών και της ταξιανθίας. Η μόλυνση του εδάφους και η αναπαραγωγή των νηματωδών είναι ραγδαία στα τέλη της άνοιξης και τις αρχές του καλοκαιριού. Μολυσμένα εδάφη πρέπει να αποφεύγονται και να εφαρμόζεται η αμειψισπορά με σιτηρά που εξασθενίζει τους νηματώδεις. Η απολύμανση του εδάφους είναι απαραίτητη καθώς επίσης και η αποφυγή της μεταχείρισης των κορμών και κορμιδίων με ζεστό νερό.
 
 ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Ο γλαδίολος προσβάλλεται από πλήθος ασθενειών μερικές από τις οποίες προκαλούν έντονες ζημιές. Σε όλες τις περιπτώσεις η προληπτική αντιμετώπιση των ασθενειών με την χρήση υγιών κορμών πάντοτε απολυμασμένων με τα κατάλληλα χημικά σκευάσματα δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα. Γενικά οι ασθένειες του γλαδίολου διακρίνονται σε εκείνες που προσβάλουν τα άνθη τα φύλλα και το λαιμό του φυτού και σε εκείνες που προσβάλλουν τον κορμό και τις ρίζες. Το ίδιο παθογόνο είναι δυνατόν να προσβάλλει ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω όργανα. Από τις πιο επιζήμιες ασθένειες είναι η φουζαρίωση, ο βοτρύτης, η ξηρή σήψη, η βακτηρίωση, και οι ιώσεις.

  1. Φουζαρίωση

Ο μύκητας (Fusarium oxysporyum) προσβάλλει τους κορμούς, τις ρίζες και το φύλλωμα. Η σήψη των κορμών είναι απ΄ο τις πιο καταστρεπτικές ασθένειες του γλαδίολου και μπορεί να εκδηλωθεί ακόμη και κατά την αποθήκευση. Ο μύκητας είναι περισσότερο καταστρεπτικός σε περιοχές με θερμό κλίμα. Είναι σε θέση να παραμείνει στο έδαφος για μερικά χρόνια. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να φυτεύονται γλαδίολοι σε μολυσμένα με φουζάριο εδάφη αν δεν παρέλθει διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων ετών με παράλληλη εφαρμογή αμειψισποράς. Οι προσβεβλημένοι κορμοί παρουσιάζουν κιτρινόμαυρη ξηρή σήψη στη βάση τους, στο εσωτερικό ή στην επιφάνεια τους.
Οι ρίζες γίνονται καστανές και κατόπιν ξηραίνονται. Η προσβολή στο φύλλωμα εκδηλώνεται με κιτρίνισμα των κάτω φύλλων που αργότερα γίνονται καστανές και κατόπιν ξηραίνονται. Ο αποτελεσματικότερος έλεγχος της ασθένειας είναι η χρησιμοποίηση υγιών κορμών που πριν από την φύτευση τους να έχουν δεχθεί επίπαση με κατάλληλο μυκητοκτόνο, ή ανθεκτικών ποικιλιών ή ακόμη και με εφαρμογή στη φυτεία κατάλληλων διασυστηματικών μυκητοκτόνων.  

  1. Βοτρύτης ή μαλακή σήψη

Οφείλεται στον μύκητα Botrytis gladiorum που προσβάλλει φύλλα άνθη λαιμό και κορμούς. Αναπτύσσεται κυρίως με δροσερό (13ο-18ο C) και υγρό καιρό. Θερμοκρασίες άνω των 22ο C και υγρασία χαμηλή περιορίζει στο ελάχιστο την ασθένεια. Στα φύλλα προκαλεί μικρές καστανές κηλίδες ανοικτότερου χρώματος στο κέντρο και σκουρότερες στην περιφέρεια στη μία ή και στις δύο πλευρές τους. Σε σοβαρές προσβολές τα φύλλα κιτρινίζουν και ξηραίνονται. Στα άνθη δημιουργούνται καστανές κηλίδες στα πέταλα σκεπασμένες με σταχτί επίθεμα από τις μυκηλιακές υφές. Στο λαιμό του φυτού η προσβολή του μύκητα εκδηλώνεται πλησίον της γραμμής  του εδάφους με σκούρο καστανό καρκίνωμα. Η θέση αυτή του φυτού είναι σχεδόν μόνιμη εστία μόλυνσης λόγω των ευνοϊκών συνθηκών θερμοκρασίας και υγρασίας και από εδώ εξαπλώνεται η ασθένεια. Οι προσβεβλημένοι κορμοί παρουσιάζουν ξηρή σήψη στον κεντρικό άξονα. Γίνονται προληπτικοί ψεκασμοί με κατάλληλα μυκητοκτόνα σκευάσματα σε εβδομαδιαία διαστήματα αρχίζοντας όταν τα φυτά έχουν ύψος 15 εκατοστά περίπου. 

  1. Ξερή σήψη

Οφείλεται στον μύκητα Stromatinia gladioli που προσβάλλει τους κορμούς, τις ρίζες, το λαιμό του φυτού και τις βάσεις τ ων φύλλων. Η ασθένεια εμφανίζεται με δροσερό και υγρό καιρό. Η προσβολή αναστέλλεται σε υψηλές θερμοκρασίες και περιορισμένη εδαφική υγρασία. Τα πρώτα συμπτώματα που εμφανίζονται είναι κιτρίνισμα τ ων παλιών φύλων. Μικρά μαύρα σκληρώτια μπορεί κανείς να διακρίνει στις βάσεις των φύλλων. Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η ξερή κιτρινοκαστανή ουλή πάνω από τον κορμό περίπου στην επιφάνεια του εδάφους που αναδύει έντονη οσμή σήψης. Στις ρίζες προκαλεί σήψη .Σε αντίθεση με τη φουζαρίωση, ο μητρικός κορμός παραμένει άθικτος ενώ στα νέα κορμίδια που παράγονται σχηματίζονται μικρές ουλές που δεν εξελίσσονται παρά μόνο στο διάστημα της αποθήκευσης. Η αντιμετώπιση της ασθένειας γίνεται με την χρήση υγιών κορμών, την τριετή τουλάχιστον αμειψισπορά, την αποφυγή φύτευσης σε κρύα εποχή ή την απολύμανση του εδάφους.

  1. Σκληρή σήψη

   Προκαλείται από τον μύκητα Sebtoria gladioli που προσβάλλει τόσο τους κορμούς όσο και τα φύλλα. Ευνοείται η ανάπτυξη του μύκητα από  υγρές συνθήκες του περιβάλλοντος. Στους κορμούς προξενεί σκούρα καστανά ακανόνιστα βαθουλώματα. Η σήψη προχωρεί μέχρι το εσωτερικό των κορμών που σκληροποιείται  και τελικά παραμορφώνεται. Στα φύλλα εμφανίζονται μικρές κίτρινες κηλίδες κυκλικού σχήματος. Ο μύκητας μπορεί να διαχειμάσει σε φυτικά υπολείμματα γλαδίολου στο έδαφος ή σε προσβεβλημένους κορμούς. Συνιστάται η φύτευση υγιών κορμών σε εδάφη έπειτα από τουλάχιστον τετραετή περίοδο αμειψισποράς. Συνιστώνται προληπτικοί ψεκασμοί με κατάλληλα μυκητοκτόνα.

  1. Βακτηρίωση

Προκαλείται από τα βακτήρια Pseudomonas marginata και Xanthomonas gumisedans που προσβάλλουν τα φύλλα και τους κορμούς. Έντονες είναι οι προσβολές με θερμό και υγρό καιρό καθώς και σε εδάφη με κακή αποστράγγιση. Στα φύλλα παρουσιάζονται μικρές κόκκινο-καστανές κηλίδες και κατόπιν μεγαλώνουν σε μέγεθος. Η συνένωση των κηλίδων αυτών οδηγεί στη ξήρανση του φύλλου. Οι κηλίδες που βρίσκονται στο ύψος του εδάφους προκαλούν σήψη του βλαστού και το φυτό καταρρέει. Στους κορμούς η προσβολή εκδηλώνεται με κάστανο -  μαύρες ουλές διαμέτρου 0,5 εκατοστά με στιλπνό το κέντρο τους. Δεν υπάρχουν αποτελεσματικά βακτηριοκτόνα για την αντιμετώπιση της ασθένειας. Ενδείκνυται η χρησιμοποίηση υγιών κορμών και η λήψη προφυλακτικών μέτρων που θα περιόριζε τη εξάπλωση όπως είναι η καλή αποστράγγιση του εδάφους και η διατήρηση υγιεινών συνθηκών καλλιέργειας.

  1. Ιοί

Αρκετοί είναι και οι ιοί που προσβάλλουν το γλαδίολο. Οι σπουδαιότεροι που προξενούν ζημιές είναι ο ιός του μωσαϊκού του αγγουριού, ο ιός της κηλίδωσης της τομάτας, ο ιός του μωσαϊκού του καπνού και ο ιός του κίτρινου μωσαϊκού του φασολιού. Στα συμπτώματα των προσβολών περιλαμβάνονται αποχρωματισμοί και παραμορφώσεις ανθέων και φύλλων, δυσκολία στην  έκπτυξη των βλαστών ή ανθικών στελεχών από το μητρικό κορμό, καχεκτική ανάπτυξη, ανάπτυξη των βολβιδίων, δυσκαμψία ριζών κ.α.
Οι κυριότεροι φορείς ιών είναι οι αφίδες, η καταπολέμηση  των οποίων μετριάζει τις προσβολές. Η καλύτερη αντιμετώπιση είναι η προμήθεια και φύτευση κορμών απαλλαγμένων ιώσεων καθώς επίσης και η καταστροφή των προσβεβλημένων φυτών.                

    ΠΗΓΗ : ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΝΘΟΚΟΜΙΑΣ -ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου