Ο μεγάλος Αριστοτέλης, λέει στα Πολιτικά του: η καλλίτερη πολιτεία είναι η γεωργική, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι ζουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία "βέλτιστος γάρ δήμος ο γεωργικός εστιν, όπου ζει το πλήθος από γεωργίας ή νομής" . Και καταλήγουμε με μία διάσημη φράση, και πάλιν του Αριστοτέλους, η οποία θα έπρεπε να υπάρχει ως προμετωπίδα σε όλες τις ανώτατες και ανώτερες γεωπονικές ή γεωργικές σχολές τις Χώρας: "Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί."

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΧΛΩΡΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΗΣ Β. ΔΗΜΟΥ,
 ΛΕΚΤΟΡΑΣ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

Η ποικιλομορφία της χλωρίδας στην Ελλάδα είναι πολύ πλούσια. Στον Ελλαδικό χώρο απαντώνται περισσότερα από 6000 είδη φυτών. Εάν λάβουμε υπόψη μας την για χιλιετίες καταστροφική επίδραση του ανθρώπου πάνω στη βλάστηση αλλά και την έκταση της χώρας μας σε σύγκριση με άλλα κράτη της ΒΔ Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, κλπ), τότε εύκολα καταλαβαίνουμε τον πλούτο της Ελληνικής χλωρίδας. Επίσης τα ενδημικά φυτά της χώρας μας (φυτά τα οποία συναντιούνται μόνο στην Ελλάδα) είναι γύρω στα 700 όταν σε άλλες χώρες υπάρχουν ελάχιστα. (Μπάουμαν 1993).  

Οι περισσότεροι βέβαια θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με ξηρό κλίμα και μεγάλες θερμοκρασίες, η οποία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι οι παραλίες και τα νησιά της, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά την χλωρίδα της. Την ποικιλότητα της χλωρίδας την συναντά κανείς μόνο εάν επισκεφτεί την ενδοχώρα και κυρίως τα βουνά σε μεγάλο υψόμετρο. Κάποια βουνά όπως ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος, ο Άθως, τα βουνά της Κρήτης, η Ροδόπη, ο Γράμμος, τα βουνά της Ευρυτανίας και η Πίνδος, επειδή ήταν δυσπρόσιτα, δεν υπήρξαν αντικείμενο εκμετάλλευσης με την ίδια ένταση όπως άλλα βουνά και αποτελούν σήμερα βοτανικούς παραδείσους (Ντάφης κ.α.2002).  
Από την αρχαιότητα το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος και άλλοι έχουν γράψει για το φυσικό περιβάλλον και ιδιαίτερα για τα δάση της Ελλάδας. Οι αναφορές αυτές σχετίζονταν με τα εκτενή παραγωγικά δάση που υπήρχαν τότε στη δυτική Κρήτη και στη Μακεδονία αλλά και με τις πυρκαγιές οι οποίες διαρκούσαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα.  
Από τον Όμηρο έχουμε πολλές αναφορές σχετικά με την ύπαρξη μεγάλων κοπαδιών αιγών, οι οποίες έβοσκαν μέσα στο δάσος. Επίσης έχουν διασωθεί αναφορές σχετικά με είδη άγριων ζώων τα οποία σήμερα έχουν εξαφανισθεί και τα οποία ζούσαν στα δάση της αρχαίας Ελλάδας, όπως βίσονες (βουβάλια), «μακρύκεροι ταύροι» και λιοντάρια.  
Πολλά από τα δάση προστατεύονταν αυστηρά και αφήνονταν στη φυσική τους εξέλιξη. Τα δάση αυτά εθεωρούντο ιερά και ήταν συνδεδεμένα με τη θρησκεία. Αυτό συνετέλεσε ώστε τα δάση αυτά να αποκτήσουν την πολυώροφη δομή των παρθένων δασών (Ζάγκας 2007). 
Η Άρτεμις ήταν η θεά των ελληνικών δασών, του κυνηγιού και ολόκληρης της φύσης και αδελφή του θεού Απόλλωνα, ο οποίος ήταν επίσης προστάτης των δασών και των ιερών αλσών καθώς και του φωτός, της αρμονίας, των επιστημών και των τεχνών.
Η θεά της ελεύθερης φύσης και των ορέων ήταν η Ρέα ή Κυβέλη, η οποία ήταν η σύζυγος του Κρόνου. Στην Κρήτη τη λάτρευαν και τη θεωρούσαν προστάτιδα των βουνών της. Το ιερό της δάσος ήταν από κυπαρίσσια. Επίσης οι Μούσες και οι Νύμφες ήταν θεότητες του φυσικού περιβάλλοντος (Κοντός 1929, Μπάουμαν 1993).  
Η εκμετάλλευση της φύσης εκ μέρους των ανθρώπων γινόταν από πολύ παλιά. Ήδη από την ομηρική εποχή η έντονη βόσκηση καθιστούσε τα εδάφη άγονα, κόβονταν δάση για να επεκτείνουν τους οικισμούς τους ή και τα χωράφια τους ενώ επίσης οι θάμνοι χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη. 
Ο Πλίνιος επισήμανε πρώτος τη σπουδαιότητα των δασών για τον άνθρωπο λέγοντας χαρακτηριστικά ότι είναι τα μεγαλύτερα δώρα προς τους ανθρώπους, ενώ ο Θεόφραστος ήταν ο πρώτος που μελέτησε το ξύλο ως υλικό και προϊόν του δάσους. Το ξύλο οι αρχαίοι το ονόμαζαν ύλη και το χρησιμοποιούσαν ήδη από τότε για διάφορες χρήσεις όπως στην κατασκευή σπιτιών, για ξυλοκάρβουνο, στη ναυπηγική, στην κατασκευή γεφυριών, για την καύση των νεκρών, στη μεταλλουργία κ.ά. (Αλειφέρη 2009).  
Ο άνθρωπος από απλός κρίκος της τροφικής αλυσίδας των φυσικών οικοσυστημάτων μεταβάλλεται στις πρώτες κιόλας οργανωμένες κοινωνίες με την απόκτηση μόνιμων καταυλισμών και ουσιαστικά με την ανάπτυξη του πολιτισμού του σε κακό ρυθμιστή του περιβάλλοντος. Οι αλόγιστες ληστρικές υλοτομίες οι οποίες συνοδεύονταν από έλλειψη πρόνοιας για ανανέωση ή καλλιέργεια του δάσους είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση πολύ μεγάλων εκτάσεων παραγωγικών δασών (Ντάφης 2006). 
Ο ανθρώπινος πολιτισμός αποτελεί την αφετηρία της αντίθεσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος αντανακλάται από το βαθμό κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Σήμερα οι ανθρώπινες δραστηριότητες με τις συνεπακόλουθες καταστροφές τους μπορεί να αφορούν το νερό, τον αέρα, το έδαφος, όμως οι πρώτες καταστροφές του ανθρώπου και για χιλιάδες χρόνια αφορούσαν το δάσος.
Οι ανάγκες του ανθρώπου για ξυλεία με την εμφάνιση των οργανωμένων κοινωνιών ήταν από τις κύριες αιτίες μείωσης των δασών του πλανήτη μας.
Η Ελλάδα από άποψη δασοκάλυψης καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην Ευρώπη. Ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι στον ελλαδικό χώρο οι οργανωμένες κοινωνίες έχουν ιστορία μερικών χιλιάδων χρόνων. Το γεγονός και μόνο αυτό αποτέλεσε την απαρχή της υπερβολικής εκμετάλλευσης των δασών. Επίσης, ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι η ίδια η δομή της νεοελληνικής δημόσιας διοίκησης που από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να εμφυσήσει στους πολίτες την αγάπη και το σεβασμό για το περιβάλλον γενικότερα, παρά το γεγονός ότι η αποψίλωση των ελληνικών δασών αποτελούσε και αποτελεί μέχρι σήμερα μεγάλο πρόβλημα (Στούπα 2007). Τα σημαντικότερα σε βλάστηση ελληνικά δάση έχουν ήδη περιοριστεί από τον 4ο π.Χ. αιώνα στις οροσειρές του Ταϋγέτου, του Παρνασσού, της Οίτης, του Ολύμπου και της Πίνδου.
Ένας πρόσθετος λόγος επίσης ήταν και οι εμπορικές σχέσεις των αρχαίων Ελλήνων με τους Φοίνικες και τους Αιγυπτίους οι οποίοι είχαν ανέκαθεν ανάγκη από ξυλεία για τα σκάφη τους.  
Στην Ελλάδα τα μόνα δάση που προστατεύονταν όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες από τους θεούς ήταν τα ιερά άλση. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα υπόλοιπα δάση καταστρέφονταν από τις αλόγιστες υλοτομίες, τη βοσκή και τις πυρκαγιές. Το μοναδικό υλικό για πολλές χρήσεις ήταν το ξύλο, ενώ η κτηνοτροφία αποτελούσε για τη εποχή εκείνη το σημαντικότερο παράγοντα επιβίωσης και οι πυρκαγιές ήταν ανεξέλεγκτες. Η καταστροφή των δασών και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος ήταν έντονη σε πολλές περιοχές. Ο Πλάτωνας, θέλοντας να τονίσει την υποβάθμιση αυτή, διατύπωσε χαρακτηριστικά τη φράση «ιός νοσήσαντος σώματος οστά» εννοώντας τους βράχους που πρόβαλλαν στα απογυμνωμένα βουνά της Αττικής. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος ήταν φανερή σχεδόν παντού στην ύπαιθρο, σε εργασιακούς χώρους ακόμη και σε οικισμούς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανάπτυξη πολιτισμών στην περιοχή της Μεσογείου αποτέλεσε την καταστροφή των δασών. Οι συνέπειες αυτές είναι εμφανείς ακόμα και στις ημέρες μας: γυμνά βουνά, έντονη διάβρωση, πολλές πλημμύρες (Τσουμής 2007).  
Η τέχνη της ναυπηγικής, η οποία ήταν πολύ σημαντική για τους αρχαίους, απαιτούσε αρκετά μεγάλες ποσότητες ξυλείας. Η κατασκευή μιας τριήρους απαιτούσε περίπου την κοπή περίπου 100 στρεμμάτων δάσους χαλεπίου πεύκης (Σαμαράς 2006). Επίσης η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών από τα μεταλλεία του Λαυρίου ήταν ένας πρόσθετος λόγος της καταστροφής των δασών της Αττικής. Η κάλυψη των αναγκών σε ξύλο από μέρους των Αθηναίων γινόταν από τα μέρη εκείνα στα οποία διατηρούσαν αποικίες όπως η Εύβοια και η Χαλκιδική ή ακόμα και από τη Μακεδονία. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο γεγονός ότι η παρακμή και εξαφάνιση πολλών πολιτισμών είναι άρρηκτα δεμένη με την καταστροφή των δασών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διατύπωση της φράσης «ο πολιτισμός αρχίζει με την υλοτομία του πρώτου γίγαντα του αρχέγονου δάσους και τελειώνει με το μπήξιμο του τσεκουριού στον κορμό του τελευταίου δέντρου που απόμεινε» δεν είναι καθόλου υπερβολική.  
Γενικότερα τα 2/3 των αρχικών δασών του πλανήτη μας έχουν καταστραφεί ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους. Τα περισσότερα δάση και κυρίως εκείνα που ήταν περισσότερο προσιτά υπέστησαν μεγάλη πτώση της παραγωγικότητάς τους λόγω της κακής διαχείρισής τους, ενώ παράλληλα η αλματώδης αύξηση των αναγκών σε ξύλο οδήγησαν την Ελλάδα ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους στην ξυλένδεια (Ντάφης 2006).  
Όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, η χρήση του ξύλου στους αρχαίους χρόνους ήταν γενικευμένη, γεγονός ωστόσο που δεν περιοριζόταν μόνο στον ελλαδικό χώρο. Για το ναό της Εφέσου λόγου χάρη αποθηκευόταν ξυλεία επί τέσσερις γενιές, ενώ τα κιονόκρανα των παλατιών της Κνωσσού και της Φαιστού ήταν από ξύλο.
Ποιο όμως ήταν το είδος της ξυλείας που προτιμούσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι; Γνωρίζουμε ότι για τη ναυπήγηση των σκαριών χρησιμοποιούσαν πολύ γερό ξύλο, όπως είναι το ξύλο του κυπαρισσιού. Σύμφωνα με το Θεόφραστο, κατάλληλα για τη ναυτιλία θεωρούνταν επίσης το έλατο, το πεύκο και ο κέδρος (Σαμαράς 2006). Αντίθετα, ο Πλούταρχος υποστήριζε ότι όλα τα κωνοφόρα ήταν κατάλληλα στη ναυπηγική, για αυτό και ήταν αφιερωμένα στο Θεό Ποσειδώνα.  
Στις γαλαρίες των μεταλλείων τοποθετούσαν ελίσια ξύλα και για το ψήσιμο των αγγείων οι φούρνοι έφταναν τους 950 βαθμούς Κελσίου. Στην Ολυμπία βρέθηκε φούρνος με πλευρικό μήκος 3,40μ. (Αλειφέρη 2009).
Οι υλοτομίες της δρυός κατά την αρχαιότητα απαγορεύονταν γιατί ήταν αφιερωμένη στον Δία. Η συσχέτιση βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαία, εφόσον η δρυς θεωρείται ως ένα από τα πιο γερά δέντρα (Μπάουμαν 1993).
Επίσης οι πρώτοι ναοί, δηλαδή τα ιερά δάση ήταν δρυμώνες και τα βαλανίδια αποτελούσαν για τους αρχαίους Αρκάδες το ψωμί τους (Μπάουμαν 1993).
Εκτός από τη βελανιδιά και σε άλλα είδη δέντρων όπως το έλατο και το πεύκο καθώς επίσης και σε άλση αυτών των ειδών δεν επιτρεπόταν η ξύλευση εφόσον τα θεωρούσαν ιερά και ήταν αφιερωμένα στους θεούς. http://bonsaicosmos.blogspot.com 
Στην Ομηρική εποχή ήταν γνωστή η δρυς της Μάνινας. «Είχε στήσει απέξω ολοτρίγυρα ξύλα πολλά, το΄να κοντά στο άλλο, που τα΄φτιαξε από δρυ πελεκώντας γύρω τη φλούδα» και «μέσα πάλι στην αυλή είχε φτιαγμένα δώδεκα χοιροστάσια, το ένα πλάι στο άλλο, για να κοιμούνται τα γουρούνια». Το απόσπασμα είναι από τη Ραψωδία ξ’ της Οδύσσειας και αναφέρεται στον Εύμαιο, ο οποίος ήταν χοιροβοσκός του Οδυσσέα (Στεργίου 2002).
Συμπεράσματα
- Ο ελλαδικός χώρος στην αρχαιότητα ήταν κατάφυτος με απέραντα δάση αλλά ήδη από τον 4ο π.Χ. αιώνα τα σημαντικότερα σε βλάστηση ελληνικά δάση είχαν περιοριστεί στις οροσειρές του Ταϋγέτου, του Παρνασσού, της Οίτης, του Ολύμπου και της Πίνδου.

- Η μείωση της δασικής επιφάνειας, η πτώση της παραγωγικότητας των δασών λόγω κακής διαχείρισης και η αλματώδης αύξηση των αναγκών σε ξύλο οδήγησαν την Ελλάδα ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους στην ξυλένδεια.
- Η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος αντανακλάται από το βαθμό κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης.
- Η Ελλάδα από άποψη δασοκάλυψης καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην Ευρώπη. Αυτό οφείλεται μεν στις οργανωμένες κοινωνίες μερικών χιλιάδων χρόνων, αλλά και στη δομή της νεοελληνικής δημόσιας διοίκησης που από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και μέχρι σήμερα παρά το ότι η αποψίλωση των ελληνικών δασών αποτελούσε και αποτελεί μεγάλο πρόβλημα δεν κατάφερε να εμφυσήσει στους πολίτες την αγάπη και το σεβασμό για το περιβάλλον.
Βιβλιογραφία
Αλειφέρη, Σ. (2009). Η Ελληνική χλωρίδα. Αντιπροσωπευτικά είδη της περιοχής μας. Η χλωρίδα στο μύθο, στην ποίηση, στην τέχνη. 
Bonsai Workshop Αθήνα 2010. http://bonsaicosmos.blogspot.com   
Ζάγκας, Θ. (2007). Το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ετήσιο Συνέδριο του Ελληνικού-Αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου, Δελφοί-2006.  
Κοντός, Π. (1929). Ελληνική Δασική Ιστορία. Αθήνα.  
Μπάουμαν, Ε. (1993). Η ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στην τέχνη, στη λογοτεχνία. Έκδοση της Ελ. Εταιρίας Προστασίας της Φύσης. Αθήνα.  
Ντάφης, Σ. (2006). Το Μέλλον του Δάσους και το Δάσος του Μέλλοντος Περιβάλλον-Κοινωνία. Διημερίδα 20-21 Μαρτίου 2006. Διοργάνωση ΠΕΔΔΥ ΓΕΩΤΕΕ.  
Ντάφης, Σ., Ζάγκας, Θ., Ισπικούδης, Ι., Μιχαλοπούλου, Ε., Γκανάτσας, Π. (2000). Το Ελληνικό Δάσος, Ποικιλότητα-Λειτουργίες. Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Θεσσαλονίκη. 
Σαμαράς, Δ. (2006). Δασική Βοτανική-Γεωβοτανική ΙΙΙ (Μεσογειακή τύποι οικοσυστημάτων). Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2010 από http://www.oikologio.gr  
Στεργίου, Δ. (2002). Η Παλαιομάννινα και το Δάσος Βελανιδιάς Ξηροποτάμου. Δάση Βαλανιδιάς: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον. Πρακτικά Ημερίδας. ΤΕΙ Μεσολογγίου. Μεσολόγγι. 
Στούπα, Κ. (2007). Τα Ελληνικά Δάση …"ως σήμερον, ως αύριον και ως χθές". Περιοδικό Άρδην. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2010 από ttp://www.oikologio.gr/component/option,com_smf/Itemid,27/topic,2 11.0/ 
Τσουμής, Γ. (2007). Δάση και περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα. University Studio Press. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου